Και όταν νυχτώνει, ακόμα και τα ψηλά βουνά
χαμηλώνουν
χαμηλώνουν
και ξαπλώνουν πάνω στ' αριστερό τους πλευρό
και αποκοιμιούνται κοιτώντας το φεγγάρι.
Το πρωί τα βρίσκει ξεσκέπαστα το φως
και τα έλατα σπρωγμένα μαζεύτηκαν χαμηλά
ξύπνησαν δίπλα στα νερά
και μες στα χωράφια των ανθρώπων.
Ξαφνιάστηκαν τα ζωντανά των ανθρώπων
και οι άνθρωποι των ζωντανών
το φως ήταν χαμηλά
κι αγρίευε τα χορτάρια
οι σκιές ήταν μακριές και φτάναν
μέχρι τα σύνορα της χώρας των αγριολούλουδων.
και αποκοιμιούνται κοιτώντας το φεγγάρι.
Το πρωί τα βρίσκει ξεσκέπαστα το φως
και τα έλατα σπρωγμένα μαζεύτηκαν χαμηλά
ξύπνησαν δίπλα στα νερά
και μες στα χωράφια των ανθρώπων.
Ξαφνιάστηκαν τα ζωντανά των ανθρώπων
και οι άνθρωποι των ζωντανών
το φως ήταν χαμηλά
κι αγρίευε τα χορτάρια
οι σκιές ήταν μακριές και φτάναν
μέχρι τα σύνορα της χώρας των αγριολούλουδων.
