.

.

Κεραμείο και σκέψεις ατάκτως ερριμμένες




Στεκόταν δίπλα της –σκεφτόταν να της μιλήσει, δεν της μιλούσε
πώς να της μιλήσει, δεν προλάβαινε τις κινήσεις των χεριών της
Μιλούσε με όλο το σώμα της –χόρευε πάνω στο σκαμπό της
που τα μαλλιά της μπερδεύονταν στα χείλη της, δίπλωναν πάνω στο στήθος της με ερωτικές καμπύλες
Και μετά οι άκρες τους γλιστρούσαν αργόσυρτα με το γύρισμα του κορμού της για να ξαναπέσουν ίσια και καστανά μπρος απ’  τους ώμους της.
Δεν ήθελε να τη διακόψει. Το στόμα του ήταν πολύ μικρό για να της μιλήσει –μόνο αυτό έχει, σκέφτηκε, και αποφάσισε να τη φιλήσει.
Το στόμα της  –αχ αυτό το στόμα της-  ήταν γεμάτο μ’ ανάκατα σύμφωνα υγρόληκτα –δεν έβγαζαν νόημα· ακούγονταν
όπως ο  ρόχθος ενός φουσκωμένου ποταμού, όπως η θάλασσα
που τραβιέται πάνω στα βότσαλα, σαν το  χαρτί που διπλώνεται  και ισιώνεται για να γίνει ένα χάρτινο καραβάκι. Και
του μεταμορφωνόταν μπροστά του ολόκληρη σ’ ένα γνώριμο τοπίο που δεν ξέρεις ακριβώς ποιο, όμως λαμπύριζε η θάλασσα, είχε μόνο λίγα δέντρα κι ακούγονταν από παντού τζιτζίκια
Μύριζε κίτρινα στάχυα θερισμένα και πέτρα που την ψήνει ο ήλιος,
Ένας παφλασμός που του την έριξε στην αγκαλιά του  πιάνοντάς την από τη μέση. Ήταν θερμή σαν καλοκαιρινό μεσημέρι
περίλαμπρο περιτριγυρισμένο από ακτές
απ’ όπου κρατιούνται οι δεμένες βάρκες της
Ένας ολόκληρος αναπαλμός του στήθους της στο φιλί
ένα κοίταγμά της από τόσο κοντά
ένα βαθύ κοίτασμα σμαραγδιών
Μετά το τελείωμα του φιλιού τα σώματα επανήλθαν στην προηγούμενη απόστασή τους, όπως όταν τελειώνει η μουσική που χορεύατε
Και κοιτάχτηκαν όπως δεν είχαν κοιταχτεί ποτέ πριν
Ήταν η πρώτη φορά που θα έβλεπε ο ένας τους το αόρατο, διάφανο, εκείνο το απροσδιόριστο που περιβάλλει το ατελείωτο τοπίο
σαν ανεκπλήρωτο όνειρο που το διακόπτει  η φωνή της που του μιλά.

Categories: Share

Leave a Reply

Μου αρέσουν οι κουβέντες, γι' αυτό σας προσκαλώ να σχολιάστε ελεύθερα.