στην τεθλασμένη ευθεία του δρόμου
| φωτό.: εμού του ιδίου |
πίσω
η γωνία της Ναβαρίνου
κλαδιά και φύλλα ξεπροβάλλουν μές απ' τα απαγορευτικά
κάγκελα της αυλής
-η φύση αγνοεί την γεωμετρική ευταξία του ανθρώπου-
και πιο πίσω
η νύχτα και ο υποφωτισμένος δρόμος, τ' αυτοκίνητα έξω απ' τις πολυκατοικίες
φρουρούν τις εισόδους
το φεγγάρι, ο δημοτικός φωτισμός, και κάποια παράθυρα φωτίζουν
τα πεταμένα νερά με τα φασματικά σχήματά τους γυαλίζουν
ο ήχος των βημάτων κάνει την ησυχία ν' ακούγεται
η κατεύθυνση των βλεμάτων κάνει το φως να φαίνεται
ο προορισμός για τον οποίο δεν προοριζόμασταν είναι μετά τη γωνία
δεν έχεις αμφιβολία για τα όνειρα, για τα μάτια σου
τ' ανεπαίσθητα του μαύρου στις πτυχώσεις της εσθήτας
ή της τουλένιας κουρτίνας με την οποία τυλίγεσαι στριφογυρνώντας
και γίνεσαι χρυσαλλίδα στο κουκούλι, ολομετάβολη τις νύχτες
κι εγώ σε ξετυλίγω, γυρνώντας σε ανάποδα και γελάμε ζαλισμένοι
μπροστά στο παράθυρο
ώσπου μου επαναποκαλύπτεσαι μεταμορφωμένη ίδια, δίπλα σ' ένα άδειο ποτήρι
του λικέρ στο περβάζι
το παράθυρο κοιτάζει στον δρόμο του μεταξιού.
Κάπου μεταξύ του προορισμού και του ταξιδιού λανθάνει ένας δρόμος
άσφαλτος
που τον υποσκάπτουν.
