.

.








έπεσε το βλέμμα πάνω στον τοίχο
με το πεσμένο επίχρισμα.
Τυφλωμένος από το πολύ φως -προτιμότερο απ' το νά 'ταν τυφλός στο σκοτάδι.
Και θυμάται το χρύσισμα των μεταλλικών αντικειμένων
κάθε απόγευμα. Και τί μ' αυτό; Δεν έγινες πλουσιότερος -μπορεί ίσως, περισσότερος
-αλλά ποτέ τίποτα δεν του περίσσευε μέχρι την νύχτα.
Την θυμάται πάντα να υπάρχει και να είναι τόσο απέριττη
που χωρούσε και ταίριαζε παντού
όπως η απουσία που επιτρέπει
σ' ασύνδετα πρόσωπα, τόπους και πράγματα
να συνδέονται μ' αρμονία μεταξύ τους
κάτω από αφύσικες φόρμες,
ακριβώς όπως σ' ένα ποίημα
-η μαγεία,
που αποποιείται την ουσία του
και γίνεται μια μεταφυσική παρένθεση
μες στη ροή του φυσικού λόγου.

Leave a Reply

Μου αρέσουν οι κουβέντες, γι' αυτό σας προσκαλώ να σχολιάστε ελεύθερα.