κοσμιότητα
![]() |
| Γ. Μόραλης, Ερωτικό (1990). |
κοιτάζοντας μες στ' ανοικτό παράθυρο βλέπεις
να επικρατεί η εσωτερική τάξη ενός τυπικού σπιτιού,
η αδιακρισία του βλέματός σου έρχεται αντιμέτωπη με την αταραξία της.
Πάντα υπάρχει ένας ασκόνιστος μεγάλος καθρέπτης στο απέναντι βάθος του σαλονιού,
ν' αναπαράγει την αταξία των ανάκατων μαλλιών σου,
τη λάμψη στην περιέργεια των ματιών σου,
και στο διαγραφόμενο ψέμα στο πάνω χείλι σου, την διαγραφή του υπομειδιάματός του.
Σε μιαν αντεστραμμένη κοσμιότητα,
η καθρεπτισμένη αποδοχή του κόσμου.

