μακρυνές αναλαμπές αστραπών
πώς ησυχάζει τις νύχτες ο κόσμος όλος,
τόσο οικουμενικά
στην εύθυμη διάρκειά τους μια μαυροντυμένη μόνη της περπατά·
στη φεγγαρόλουστη ερημιά μια σκιά
πώς αρκούν λίγες σταγόνες υγρασίας
για ν' αφηνιάσει μεγαλόπνοος ο δυόσμος
η σιωπή των χειλιών που μόλις έχουν φιληθεί
είναι το αόριστο χαμόγελο που φέγγει κάπου πάνω απ' τον λαιμό σου
μια σκιασμένη φωνή που σκαλίστηκε στο μάρμαρο, ως ιωνικό μειδίαμα λευκάζει κρυμμένο από τους σχολιασμούς, αειθαλλές
ανάμεσα σε φυλλοβόλους θάμνους κι αγάλματα στην άκρη του κήπου μιας νεοκλασικής έπαυλης.
Είναι συνηθισμένο τα εμβρόντητα ερωτήματα να μην ακούγονται ποτέ
πώς σκίζουν τη σιωπή.
Τίθονται ως στιγμιαίες εκφωτίσεις μακρυνών αστραπών,
πάνω στα σκοτεινιασμένα πρόσωπα.
