.

.

 


βγήκα από το σπίτι

το σκαλοπάτι που κατέβηκα, δεν είχε ιδιαίτερο λόγο να υπάρχει

η αυλή θα μπορούσε να ήταν πιο ψηλά

- δεν  μας χρειάζεται να ζούμε ψηλότερα από

το ύψος των περιστάσεών μας, 

αρκεί να βρίσκεται πάντα πιο ψηλά μας, το βουνό, 

ο ουρανός, τα δέντρα-

και το βήμα που με κατέβασε, με χαμήλωσε, 

αφού δεν χαμηλώνουμε εμείς ποτέ το βλέμμα, μ΄ έφερε

στο ύψος εκείνου του πρωινού σκύλου· με περιμένει 

με μια σκασμένη μπάλα στο στόμα. Και 

φύγαμε τρέχοντας στην κατηφόρα, μαζί

με την μπάλα κατρακυλούσαν και πέτρες, που μαζεύονταν 

όλες στο τέλος -κι εκεί στην άκρη πάνω στον σωρό, 

φαινόμασταν τέλειοι σαν πορθητές που κοιτούν

απ΄ τα γκρεμισμένα τείχη της πόλης, όπως τον γκρεμό, το τέλος

μ΄ ενθουσιασμό γιατί κατά βάθος ποτέ πριν

τίποτα δεν μας έφτασε στα όριά μας, όπως

ένας εμπαιγμός.

 


Categories: Share

Leave a Reply

Μου αρέσουν οι κουβέντες, γι' αυτό σας προσκαλώ να σχολιάστε ελεύθερα.