στη σσσ
![]() |
| αγνοώ τον φωτογράφο |
μικρή, όπως υπάρχει μια υπέροχη αναλαμπή της
πάνω στην επιφάνεια του νερού, πριν πάει να διαταραχθεί
η επιπεδότητα στη θέση ηρεμίας του, όχι μες σ' ένα ποτήρι ή μια λεκάνη,
αλλά πάνω στην σφαιρικότητά της γης σε πλατιά πελάγη ευτυχίας.
Μέσα σε στραφταλισμούς κι ανακλάσεις του διάφανου,
η ταραχή του παλλόμενου στήθους μιας γυμνής κολυμβήτριας
πάνω στο λαμπριμένο νερό με λευκόκομους κυματισμούς,
βαπτίζεται με μικρές εισδύσεις και χαμηλές καταδύσεις, κι εκτινασσόμενα τόξα ραντισμών
που πλήττουν τον πράο ήχο του διανοιγόμενου νερού οι φθόγγοι του αέρα
ανυψόμενοι μέχρι τους ακρεμόνες των γύρω κρημνωδών ακτών που
τις επιστέφουν οι στητοί κορμοί πυκνών πεύκων και
οι λαμπερές τολύπες των υπερκείμενων νεφών,
άκαμπτη κινείται με πλήρη άγνοια της καμπύλωσης του χώρου.
"καταρχάς μεν είδε τους ανθρώπους ως δένδρα,
δεύτερον δε τους είδε καθαρά"

