τοπίο την Άνοιξη
ύμνοι αμνών και ράμνων και αναμνηστικών μηκώνων
παραλίμνιοι οικισμοί βαλτωμένων κατοίκων
δέντρα που ψηλώνουν εν μέσω μαντρών κι εξέχουν έξοχα
λουλούδια που βαθαίνουν τις ρίζες τους, έλκουν τα έντομα
που έλκονται ευχαρίστως, πετούν ελικοειδώς γράφοντας παρελκυστικούς φιόγκους
στον αέρα πάνω από τους τερπνούς λόφους με τα χιλιάδες σπίτια,
στο υπόλευκο άπλωμα της άνω πόλης.
Άνθρωποι μεταμφιεσμένοι σε κάτοικους και οι κάτοικοι σε ένοικους. Τα πουλιά
που πάντα ξεφεύγουν, πετούν παρατηρώντας από ψηλά, γίνονται οι ένορκοι που αθωώνουν,
σε στημένες δίκες, όσους απέδρασαν.
Είναι άνοιξη και μένω αδιάφορος στην αφόρητη και πλήρη παραφορά της
Πολλοί τρελαίνονται με τον ερχομό της. Δεν κουράζονται
να επανέρχεται και να επανέρχεται κάθε χρόνο πληκτικά με την ίδια κατανάλωση
τόσης ενέργειας και τόσων πόρων και να μην εξαντλείται ποτέ από
όλη αυτή την άμετρη παραγωγή, μόνο και μόνο για ν' αναγεννηθεί ο κόσμος
ώστε να διατηρηθεί τραγικά ο ίδιος.
