τα φορέματά της είναι παλιάς μόδας
όπου έχουν καθήσει αυτοί,πηγαίνει να καθήσει κι αυτή. "Τι θα πει
να κάθεται; Είναι υπηρέτρια". Σηκώνεται. Δεν είναι καθόλου μια απλή περίπτωση γυναίκας αυτή.
Ενώ μαίνεται φωτιά στην πόλη, αυτή κυκλοφορεί με ένα κερί στο χέρι
από πόρτα σε πόρτα. Όταν την έχουν κλειδώσει μέσα. Έπρεπε να μην ξέρει
να μιλάει. Ξέρει τόσες γλώσσες. Τότε, η σιωπή της θα εκλαμβανόταν ως
πνευματική αδυναμία, ενώ όλοι τώρα την αναγνωρίζουν απρόθυμα, ως τέχνη της σιωπής.
Δεν μπορεί παρά να έχει μια γλώσσα, αν η γλώσσα σημαίνει τίποτα για τον καθένα. Αλλιώς,
θα πρέπει να περνάς πάντα στις μεταφράσεις. Να λογαριάζει, άραγε,
τις τυχόν απώλειες από την παραμέληση της δικής της γλώσσας; Ή να κερδίζει περισσότερα
με το να μην μιλάει;
Μα είναι μια υπηρέτρια. Πώς είναι να υπηρετεί τις ιδέες σου; Απομονώνεται σιγά σιγά έτσι,
κι έτσι ξεμοναχιάζεται, εξυπηρετώντας τη μετάθεση του ζητήματος που είναι η ποίηση και
όχι το είδος της, σε προσωπικό πρόβλημα το πρόβλημα της μετάδοσης.
Και ως αμετάδοτο, υπηρετεί τη σιωπή της. Αυτό το ποιητικό αδιέξοδο στο κλειδωμένο σπίτι,
όσο έξω, πρόκειται όλα να καούν

